2007/03/03

TσινγκΝταο, ΣανΝτονγκ





Αθροίζω πόλεις. Φτιάχνω στο νου μου συλλογές από χιλιόμετρα. Άλλο ένα αεροδρόμιο, άλλος ένας αυτοκινητόδρομος, άλλο ένα ξενοδοχείο. Θέλω να δω τον τόπο και το νερό όπου θα περάσουνε τα γιωτ και οι ιστιοσανίδες το 2008. Τον τόπο της πρώτης κινέζικης μπύρας.


Σι λαο ρεν γκουαν γκουαν γιουεν. Σκαρφαλώνω τους βράχους και τα πέτρινα σκαλοπάτια, τρέχει ο ιδρώτας ποτάμι κάτω από τον κάθετο ήλιο. Κιόσκια και τσαγερίες, φυτείες και πέτρες. 6 φορές χτυπάω με το ξύλο την πελώρια μπρούτζινη καμπάνα, για τύχη και μακροζωία. Συνεχίζω την ανάβαση, μόνο και μόνο για να δω τη θάλασσα να στραφταλίζει από την κορυφή. Μοναξιά. 2 λεωφορεία τίγκα, σταμάτησαν στην είσοδο και όλοι μπούκαραν στο σουπερμάρκετ. Αγόρασαν παστά και σνακς, έριξαν ένα βλέφαρο στο λόφο και ξανάφυγαν.






Οι κάτοικοι της πόλης είναι χαλαροί, παραλιακοί, προάστιοι. Δε σηκώνουνε για δεύτερη φορά το βλέμμα πάνω στις μουτσούνες των ξένων. Δεν παζαρεύουν ασταμάτητα όπως οι λοιποί κινέζοι. Ψαρεύουνε στις προβλήτες, ξεραίνουνε τα ψάρια και τους αστερίες στους δρόμους, πουλάνε πέρλες και μπιχλιμπίδια από όστρακα. Βάζουνε γλυπτά αφηρημένα, από ατσάλι και πλαστικό στις πλατείες τους και τα βάφουνε κατακόκκινα. Παίζουνε μουσική παντού, έχουνε στα δέντρα μεγάφωνα. Πετάνε χαρταετούς στην πλατεία της 4ης Μαίου, αγοράζουνε ξύλινα χτένια έξω από το δημαρχείο. Ήρεμα, κάτω στα βράχια, βγάζουνε τα καβούρια από τις τρύπες τους.





Το Νοέμβρη του 1897 ο γερμανικός στρατός αποβιβάστηκε στο Τσινγκντάο και το κατέλαβε για περίπου 20 χρόνια. Κουβαλήθηκαν αρχιτέχτονες που έφτιαξαν ολόκληρες συνοικίες κατά τα πρότυπα των ευρωπαϊκών προαστείων. Αυτός ο χαρακτήρας, διατηρείται ακόμα και σήμερα στο Πα ντα γκουάν, στους δρόμους με σειρές από διαφορετικά δέντρα, στις γοτθικές στέγες και τα παλιομοδίτικα, σχεδόν αποικιοκρατικά ξενοδοχεία. Το 1903 ξεκίνησε η πρώτη μπυραρία σε αυτούς τους μεσημβρινούς. Σήμερα, πίνουνε τη μπύρα τους – που φέρει το όνομα της πόλης τους – σαν αναψυκτικό. Ίσως γιαυτό να είναι όλοι τόσο χαλαροί. Το ετήσιο φεστιβάλ τους γίνεται Αύγουστο και Σεπτέμβρη. Το μουσείο τους ανοίγει πιο συχνά. Ανάκατα κουβαλάω στο μυαλό μου αυτές τις ιδέες, ανεβαίνοντας πλακόστρωτα σε παλιές συνοικίες μέχρι να φτάσω στο εγκαταλειμένο, διαλυμμένο, πέτρινο παρατηρητήριο για τις πυρκαγιές.




« Δε μου αρέσει η τέχνη του, θυμίζει παιδιά νηπιαγωγείου», μου λέει ο τύπος. Κι όμως, τα βαριά, σεζανικά χρώματα του Ου Τσανγκ Τσιάνγκ είναι άψογα. Κλείνει το μάτι σε ανατολή και δύση. Χαζεύω τους πίνακες, περιμένω να πάει 12, να τελειώσει η λειτουργία για τους καθολικούς κορεάτες της πόλης και να πάω δίπλα να δω τον καθεδρικό του Αγίου Μιχαήλ. Μπαίνω, κάθομαι σε ένα στασίδι και κοιτάζω. Τίποτα νέο, το εξομολογητήριο, ο βωμός, ο πρώτος επίσκοπος θαμμένος μέσα, τα κουτιά για δωρεές, τα λατινικά τσιτάτα και ένα κακόγουστο κίτρινο πάνω στους τοίχους. Ξαναβγαίνω στον ήλιο. Καλύτερος ο ναός του Αγίου Παύλου, από ρώσο αρχιτέκτονα. Έλειπε ο φύλακας και έμεινα να καπνίζω ώρα στην κεντρική είσοδο, κοιτώντας τις μικρές να περνούν, τα μπουτάκια να αστράφτουνε, την κίνηση να χάνεται στο βάθος.







Αφού σκαρφάλωσα το πρόσωπο του πέτρινου γέρου στο σιλαορέν, θέλησα να πάω να δω τους βράχους του λαοσάν, αλλά δεν πρόφτασα. Έμεινα να κατηφορίζω τα εμπορικά του κέντρου προς την παραλία, τσεκάροντας τα παλιά ξενοδοχεία. Την άραξα στην πανσιόν μιας κόρης, τρελαμένης με τη θάλασσα και τα σκάφη, που αγόρασε ένα κτίριο, το έφτιαξε σαν πλοίο και το έκανε μπακπάκερς. Πήρε τη φάτσα μου με μια αρχαία κάμερα και μου ζήτησε να γράψω στο βιβλίο που σημειώνουν όλοι οι επισκέπτες της. Έγραψα, όπως κάνω πάντα, μια καλή τύχη σε αυτόν που μπορεί να διαβάσει τα γράμματά μου στις άκρες του κόσμου και βγήκα να φάω. Κατέληξα σε κορεάτικο, να τρώω καλαμαράκια ψητά με καφτή σάλτσα και να πίνω μπύρα. Ένα ζευγάρι δίπλα μου κάπνιζε ασταμάτητα και έφτυνε σε έναν πλαστικό κάδο. Την έκανα για να βρω μπαρ, ζέστη, δίψα και κατέληξα σε ένα ημιυπόγειο να πίνω και να ακούω σινάτρα, γαλλικά και την αγγλική βερσιόν του gloomy Sunday.





Άφησα τις ακτές και πήρα αεροπλάνο για πιο μέσα. Κάποια ταξίδια δεν τελειώνουν, ακόμα κι όταν βγάλω τα άπλυτα ρούχα από το σάκο μου.

1 comment:

anywhere_Smile said...
This comment has been removed by a blog administrator.