2015/02/11

Το Φρούριο του Σαν Πέδρο




Οι στρατιώτες του Λεγκάζπι και μια ομάδα ντόπιων Σεμπουάνων έστησαν τους πασσάλους του πρώτου φρουρίου το 1565. Στα χρόνια που ακολούθησαν οι ξύλινες οχυρώσεις αντικαταστάθηκαν. Στις αρχές του 18ου αιώνα το φρούριο του Σαν Πέδρο είχε ήδη πάρει τη σημερινή μορφή του.




Η πρόσοψη φέρει το βασιλικό θυρεό του Λεόν και της Καστίλλης. Ο περίβολος κι οι επάλξεις έχουν αναστηλωθεί, μα τα τρία προπύργια παραμένουν ημιερειπωμένα να κοιτάζουν τη θάλασσα. Τα κανόνια λείπουν, μα βρίσκει κανείς την αποθήκη για τα πυρομαχικά και το θάλαμο της φρουράς.



Ο πρωινός αέρας χτυπάει τα δέντρα και το φραντζιπάνι σε μεθάει όπως στέκεσαι αφηρημένος. Συλλογίζεσαι πως αντί για πέτρα, οι μάστορες του 1738 αλλά και της νεότερης αναστύλωσης χρησιμοποίησαν κοραλλιογενείς λίθους. Ο ήλιος ασημώνει τοίχους και χορτάρι όπως περιφέρεσαι και παλέβεις να θυμηθείς πόσες φορές άλλαξε ρόλο το φρούριο του Σαν Πέδρο.



Στα ισπανικά χρόνια το φρούριο προστάτεψε την πόλη και το νησί ολόκληρο από γείτονες εισβολείς και μουσουλμάνους πειρατές. Με την αμερικάνικη νίκη του 1898 πέρασε στα χέρια των Σεμπουάνων επαναστατών. Οι Αμερικάνοι το μετέτρεψαν εκ νέου σε στρατώνα, έπειτα έγινε σχολείο και μετά τη γιαπωνέζικη κατοχή μεταμορφώθηκε σε νοσοκομείο, στρατιωτική βάση, βοτανικό κήπο, δημοτική κλινική και γραφείο για το υπουργείο δημοσίων έργων. Ένας βλαχοδήμαρχος σκέφτηκε να το γκρεμίσει και στη θέση του να στήσει το καινούριο δημαρχείο. Και πριν την τελευταία αναστήλωση, το φρούριο μετατράπηκε για λίγο σε ζωολογικό κήπο. 



Στέκεσαι κι ο ιδρώτας κυλάει στην πλάτη σου. Βλέπεις πηγάδια, αγάλματα της Παρθένου και σκισμένα φλάμπουρα – όλη η ισπανική κληρονομιά σε λίγα τραπέζια και γυάλινες θήκες. Η χαριτωμένη ξεναγός μιλάει αλλά εσύ δεν ακούς. Λίγοι επισκέπτες σκαρφαλώνουν τον προμαχώνα, λίγοι ακόμα μαζεύονται μπροστά στην είσοδο και χαζεύουν τις ζωγραφιές που ιστορούν την ίδρυση του Σέμπου. Ο αέρας κάνει τη σημαία ν’ανεμίσει στο κοντάρι της, αλλά μετανιώνει και χάνεται. Στη μεσημβρινή άπνοια το πανί χαμηλώνει υπάκουα και μένει να κυτάζει ακίνητο τη γη.




2015/02/10

Ο Σταυρός του Μαγγελάνου


Τριάντα χρόνια πριν, μικρό αγόρι, χάραζα με το δάχτυλό μου τον πρώτο περίπλου στην πλαστική υδρόγειο ή τους βαριούς δερματόδετους άτλαντες του πατέρα μου και συλλογιζόμουν το μεγαλείο και τον τρόμο και τη μοναξιά του Μαγγελάνου, που χάθηκε στα μισά του δρόμου. Σκεφτόμουν αν θα έκανα ποτέ μεγάλα ταξίδια κι αν θαφηνόμουν για καιρό σε τόπους μ'εξωτικά ονόματα και σε θάλασσες που παλιοί χάρτες εξεικόνιζαν γεμάτες ναυάγια και θηρία.


Και νάμαι τώρα, στην άλλη μεριά του εφιάλτη, έχοντας ξετυλίξει τα κουρέλια της μισής ζωής μου, να παραγκωνίζω πολύχρωμους τουρίστες και να σηκώνω την κάμερα και να περιμένω να βρουν την τέλεια πόζα οι χοντρές κυρίες μπροστά στον σταυρό, μήπως και ξεκουμπιστούν και μπορέσω να θαυμάσω τη στιγμή ετούτη. Για χρόνια οι προσκυνητές έκοβαν παρανυχίδες απ'το ξύλο, μέχρι που οι αρχές θηλάκωσαν το σταυρό μέσα σ'έναν άλλον. Έπειτα τον στέγασαν σαυτό το μπογιατισμένο κιόσκι. Θεέ μου, τι πολύτονη θλίψη.


Πόσο πιο όμορφος θάταν, γυμνός, διαβρωμένος κι απέριτος, κάτω απτον ουρανό και τον ήλιο, δίχως επισκέπτες και συντήρηση, δίχως καρτ-ποστάλ κι επεξηγηματικές πλάκες!  Πόσο πιο όμορφος ήταν ο σταυρός τούτος, όταν τον φανταζόμουν απλωμένος στο πάτωμα, μπροστά στους βαριούς, δερματόδετους άτλαντες!