2008/05/21

Τρίμπιουτ


Ο φανταστικός παπούς μου
είναι φρεναδόρος
στα τραίνα.
Σκαρφαλώνει την Καλιφόρνια πάνω ως κάτω,
κυρίως αγαπά το Φρέσνο και το Σοσαλίτο
όταν με γράσα στα χέρια
σταματά
και πίνει και αγγίζει γυναίκες
σε όλη την ακτή που ανεβάζει και κατεβάζει
βαγόνια
Η Γιούνιον Πασίφικ.

Τον ρώτησα κάποτε αν γνώρισε
Τον Γκίνσμπεργκ ή
το Μπουκόφσκι:
ο Γκίνσμπεργκ, είπε, μεγάλη πούστρα
αλλά είχε κάτι.
Τον άλλο δεν τον γνώρισα
μου είπαν ότι μένει στο Λ.Α
που εγώ σιχαίνομαι.

Εγώ βόηθαγα αλήτες να μπαίνουν
στα βαγόνια.
Συχνά πίναμε μαζί
αλλά δεν τους καταλάβαινα
και δε με ένοιαζε
αφού ήξερα ότι σε λίγο
θα έτρωγα με τα γρασωμένα χέρια μου.

Εμένα με καταλαβαίνεις, τον ρώτησα.
Όχι πάντα, μόνο όταν τα χνώτα μας μυρίζουν το ίδιο,
μου είπε.
Αλλά δεν έχει σημασία.
Και συ ανεβαίνεις λαθραία στα βαγόνια
ελπίζοντας ότι μπήκες σωστά, πως πάμε νότια
και θα κατέβεις στην μπάχα και θα κατηφορίσεις
στο Μεξικό.


Έχεις δίκιο, του είπα, δεν το σκέφτηκα έτσι.
Μόνο ότι οι ράγες ήταν αρκετά μακριές
και θα προλαβαίναμε να πιούμε φτηνές μπύρες παρέα
και να πάρουμε κι άλλους στα βαγόνια
και όταν σταματήσουμε
να μου δείξεις και μένα
πως να αγγίζω
γυναίκες
με γράσα
στα χέρια.

2008/03/05

ΧάνγκΤζο, ΤζεΤζιάνγκ


Η παγόδα έχει κυλιόμενες σκάλες και ανελκυστήρες και διάφορα κλιμακοστάσια. Για την ακρίβεια, η καινούρια ιμιτασιόν παγόδα που φκιάχτηκε πάνω και γύρω από τις βάσεις της παλιάς παγόδας του ΛειΦάνγκ. Σκαρφαλώνω μέχρι πάνω, παίρνω φωτογραφίες κι αφήνω τα μάτια μου να πλανηθούν: η δυτική λίμνη σκεπάζεται από καταχνιά, αλλά ένα γύρο, οι λόφοι κι οι φυτείες του τσαγιού βαστάν ακόμα χιόνι. Οι κινέζοι λένε, ο ουρανός ψηλά, το Σούτζο και το Χάντζο στη γή. Τα κανάλια και τα πάρκα του πρώτου τα έχω δει πριν 4 χρόνια. Τώρα αλητεύω στην πρωτεύουσα του ΤζεΤζιάνγκ τις μέρες της κινέζικης πρωτοχρονιάς και βλέπω τους γέρους βουδιστές να καίνε θυμιάματα και να προσκυνάνε και να ξαναμπαίνουν σε λεωφορεία και να χάνονται, εξατμίσεις που σκάνε σα βεγγαλικά, βεγγαλικά σα δυναμίτες, πράσινα και κόκκινα χρώματα που χαμηλώνουν σαν κλαδιά ιτιάς.


Φωτογραφίζω μοναχούς και βούδδες, αφού κατεβαίνω απ την παγόδα, διασχίζω το δρόμο και μπαίνω στον περίβολο του ναού απέναντι. Πολλά χέρια, πολλά όπλα, φουσκωτές κοιλιές και κρεμαστοί λοβοί αυτιών. Τα έχω δει χιλιάδες φορές, σκέφτομαι, κάνω μια γύρα έτσι, για τα μάτια του σιντάρτα, και ξαναβγαίνω. Γυρίζω τα μάτια προς τους λόφους, μόλις χτες σκαρφάλωσα μέχρι τα ξύλινα παραπήγματα της κορυφής, τίναξα τα χιόνια από πάνω μου, ήπια τσάι και ξανακατέβηκα. Περπάτησα τις γέφυρες που διασχίζουν τη λίμνη, έκανα βαρκάδα, είδα καλλιγραφίες σ’ εκθέσεις- εχτίμησα απομεινάρια σοσιαλιστικής τζαμπέ διασκέδασης χαζεύοντας το μουσικό σιντριβάνι με μωρά και γέρους.



Στο Χάντζο έχει αντιπροσωπία η μαζεράτι κι η φεράρι κι η πόρσε κι η μπέντλευ. Έχουνε λεφτά οι τύποι, λέω στον ταξιτζή, όχι εμείς λέει, αυτοί που έρχονται και παραθερίζουνε και σκάνε σαράντα χιλιάδες ρενμινμπί το τετραγωνικό για σπίτι που κοιτά στη λίμνη. Το συλλογίζομαι πίνοντας τον καφέ μου και κοιτώντας το νερό λίγο αργότερα. Ο μπρούτζινος ταύρος μισοβυθισμένος στο νερό, κύματα κόσμου παντού, η σαγκανέζικη διάλεκτος στα περισσότερα στόματα. Πεινάω.



Στο ινδικό, τα ρύζια και τα κεμπάπια γαμάνε αμετάκλητα και η χορεύτρια από το Κάσγκαρ λικνίζεται, σπρώχνει το μπούστο της, γυροφέρνει τους γοφούς της. Φορά ένα βαρύ άρωμα που αρμόζει στο χορό που κάνει, στο λευκό της δέρμα, τα μαύρα βαριά της φρύδια. Μασουλάω τις καφτερές σαμόζες, η σιντζιάνα ξαναπιάνει το χορό, βρέχω μπύρα τα μουστάκια μου. Ξέρω πως δεν υπάρχει χρόνος πια για τίποτα, η μια μέρα τρέχει πίσω από την άλλη, τεντώνομαι να πιάσω μεταξωτές γραβάτες, σιγκαπουριάνικες σούπες, τσάγια, κόκκινα φανάρια και τα ντόπια φαγιά, το κοτόπουλο του ζητιάνου, τυλιγμένο σε φύλλα λωτού, το κρέας να πέφτει από τα κόκκαλα, το χοιρινό λίπος με τη γλυκιά σάλτσα, τις μελιτζάνες να σερφάρουνε σε σκόρδα και μπαχάρια, τα εκατομύρια των κινέζων και τα στάρμπακς, οι τουριστικοί οδηγοί με τα σημαιάκια τους, τα αρχαία τρίκυκλα στους στενούς δρόμους, τα φιούζιον πρωινά στα ξενοδοχεία, νούντλς και μπέικον και μετά τραίνα και αεροπλάνα, όπως πάντα.

2007/10/17

Ο Θάνατος του Μπομπ Ντενάρ



Είναι καλοκαίρι και η ζέστη στη νότια Γαλλία λειώνει το παλιό φρούριο στο λιμάνι της Μασσαλίας. Ένας Έλληνας πίνει παστίς με την ερωμένη του, έχοντας διασχίσει δρόμους γεμάτους άραβες. Θυμάται την προηγούμενη μέρα, το αμάξι να φτάνει στο Μονπελιέ, και όλους τους φοιτητές στα πλακόστρωτα και τους στενούς δρόμους. Λίγο πιο ψηλά, στους αμπελώνες του Μπορντώ φυσά αέρας από τον Ατλαντικό και δροσίζει τη γή. Δεν υπάρχει ούτε λόφος να τον σταματήσει, όπως κατηφορίζει από το νερό, περνά το Φάρο στο Κορντουάν και βυθίζεται στις εκβολές του Γαρούνα. Το ποτάμι έχει κινήσει από τα Πυρηναία για να διασχίσει τα κεντρικά υψίπεδα της Ωβέρνης, και σαυτό το επίπεδο, γεμάτο χαλίκι τρίγωνο, τα αμπέλια γεννάνε κόκκινο κρασί. Σε έναν απ αυτούς τους αμπελώνες, ένας γέρος άντρας κοντοστέκεται, και κοιτά προς τη θάλασσα.

Μια γυναίκα του φέρνει ένα ποτήρι παγωμένο νερό. Η κόρη του; Έχει τόσες κόρες, τόσους γιούς, πασχίζει να θυμηθεί ονόματα. Ένας δικηγόρος του μιλά: θα χρειαστεί να πάει πάλι στο Παρίσι για δίκη, να εξηγήσει, να εξηγήσει τι; Κάποτε θα μίλαγε ο Φοκάρ γιαυτόν, να ζει ακόμα; Ο άντρας κάνει νόημα με το χέρι του, εκνευρισμένος, μπαίνει πιο βαθιά στ αμπέλια. Ιδρώνει. Παράξενο, θυμάται τον καφτό αέρα στο Τζεμπέλ από τον καιρό του Μαρόκου. Και αργότερα, στην Υεμένη, η ίδια ζέστη. Είχε άγγλους φίλους εκεί, πίνανε, μιλούσανε. Κάποιοι απ αυτούς ήταν μαζί του στο Κατάνγκα. Ίδια ζέστη, αφρικάνικη. Τότε δεν είχε σημασία. Θεοί, είχαν προσπαθήσει να ξαναμπούν από το Κονγκό με ποδήλατα; Είχανε ξεφτιλίσει τους κυανόκρανους στην πρώτη εξέγερση; Ο γέρος χαμογελά, το έλεγα, σκέφτεται, το έλεγα ότι δεν είναι για τα λεφτά. Ούτε καν για πολιτική και ιδέες.

Κάποιος του μιλά και κρατώντας τον απτον αγκώνα, τον φέρνει προς το σπίτι. Όπως ο γέρος περπατά, θυμάται τις Κομόρες, τα έντεκα υπέροχα χρόνια, μέχρι που η Γαλλία τον πρόδωσε. Θυμάται να μπαίνει σε μια κρεβατοκάμαρα, τους πυροβολισμούς, τον πανικό των γυναικών, θυμάται το κουφάρι του Σουαλί πάνω στο τζιπ. Τότε το Παρίσι δεν έλεγε τίποτα. Τι άλλαξε; Παλέβει να θυμηθεί ονόματα φίλων που κατέβηκαν νότια και πολέμησαν στο αντάρτικο της Αγκόλας. Αλλά όλα τα ονόματα έχουν χαθεί. Εκτός από δυο, τρία, ο μαύρος Ζακ Σραμ και ο τρελός Μάικ Χοάρε, θυμάται ακόμα τον Τσόμπε και το Μομπούτο..

Μέσα στο σπίτι σκοτείνιασε, χαμήλωσε ο ήλιος, και όλα τα ονόματα είναι για τη μνήμη σαν απεικάσματα, σα να κοιτά τον ήλιο στη Γκαμπόν και να διώχνει με ανάστροφες παλάμες τα κουνούπια, σαν και τότε, στην Ινδοκίνα και πάλι μετά, στην Αλγερία και στην ανία του Παρισιού. Ξαφνικά, μια σκέψη τον τρομάζει, θέλουν να τον βάλουν πάλι φυλακή, γυρίζει στο δικηγόρο, είναι αυτός ο δικηγόρος του, ποιό είναι το όνομά του; Για μια στιγμή, ο άντρας δεν ξέρει που βρίσκεται, αν είναι στο Μεντόκ, ή το Παρίσι. Νομίζει ότι βλέπει το πρόσωπο του πατέρα του, κάνει να κινηθεί, κουτσαίνει απ το παλιό τραύμα, που πληγώθηκε, σε ποιά μάχη; Τρίβει το κεφάλι με τα χέρια του, πιάνει το μαλακό σημείο, εκεί που λείπου τα κόκκαλα, και κάθεται. Σιγά, σιγά, οι φωνές αραιώνουν, η καρέκλα γίνεται κρεβάτι, τα χρώματα αλλάζουν και για μια τελευταία στιγμή στροβιλίζονται, ο φοκάρ, η σντεσέ, οι κομόρες, το πρώτο καράβι, η στάνλευβιλ, το φουσκωτό στις αφρικάνικες ακτές- μια τελευταία σκέψη, για τι θα με θυμούνται, και μετά ο άνεμος που γεμίζει άμμο λιμάνια και αμάξια, και μετά τίποτα.

2007/09/17

το μεγάλο σινικό φεστιβάλ μπύρας







Το τρένο σταματά στο ΣιΦάνγκ, ο κεντρικός σιδηροδρομικός σταθμός του ΤσινγκΝτάο έχει κλείσει για επιδιορθώσεις. Βρέχει ασταμάτητα, λασπερή μιζέρια. Περπατάμε να πάρουμε ταξί για την πόλη και βλέπω να λερώνονται δάχτυλα και σαγιονάρες – εγώ δε φορώ σαγιονάρες παρεχτός κι αν είμαι στους τροπικούς. Βρέχει Αύγουστο μήνα στο ΣανΝτόνγκ για πρώτη φορά μετά από 50 χρόνια. Βλαστημάω το συγχρονισμό μας και φορτωνόμαστε οι μισοί σε ταξί, οι μισοί σε τρίκυκλο και πάμε στον ξενώνα. Στεγνό πουκάμισο, τσιγάρα στην τσέπη, κατηφορίζουμε. Ψαρίλα, βαρέλια στους δρόμους, βροχή, πλημμυρισμένες υπόγειες διαβάσεις, μέχρι που σταματάμε στην τύχη, μπαίνουμε σε μια τρύπα στον τοίχο για σούπα και μπύρα. Αδημονώ να βρεθούμε στο φεστιβάλ που έχει μόλις ξεκινήσει, κατεβαίνουμε προς τη θάλασσα, χωνόμαστε σε λεωφορεία σα βρεμμένοι σκύλοι και πάμε προς τα έξω, προς το πρόσωπο του πέτρινου γέρου, στις άκρες της πόλης, στις εισαγώμενες μπύρες.

Φτηνά τα εισιτήρια, μπουκάρουμε και τραβάω κατευθείαν στα γερμανικά κιόσκια, παουλάνερ, βάιχενστεφάν, χοφμπρόιεράι μύνχεν. Ο πρώτος κινέζος τραγουδιστής τραγουδά μανδαρίνικη ποπ με πάθος, φορά μαύρο φανελάκι και δείχνει δημοφιλής. Ο τοπικός αστήρ παραδίδει σκυτάλη σε έναν αφρικάνο που λέει διάφορα και αρχίζει τα κόλπα με δαδιά και με φωτιές. Φρικάρουνε οι κινεζοπούλες και πιάνουν τις τσιρίδες, μωρά κλαίνε και κατουράνε σε νερολακούβες, εγώ κατεβάζω τις μπύρες μου μακάριος, τους γύρω μου τους έχει κόψει πείνα άσχημη και μαζεύουνε χταπόδια κι αρνίσια σουβλάκια και μύδια αχνιστά – βαθμός συσχετισμού μπύρας/φαγητού= 0. Το οικογενειακό πρόγραμμα συνεχίζεται, κινέζες με κόκκινα πέπλα και φλουριά να ντιντινίζουν ανεβαίνουν στη σκηνή – χριστέ μου, τι ακριβώς προσπαθούν να κάνουν, πασαρέλα, χορογραφία, στριπτίζ; Βρεμένος μέχρι το κόκαλο αρχίζω να τουρτουρίζω, το κεφάλι μου βαραίνει, και γω, μια ζωή στην άρνηση, παραγγέλνω άλλο ένα ποτήρι μπύρα και ανάβω τσιγάρο.





Η σκηνή έχει τιγκάρει, η βροχή συνεχίζει να πίπτει στρέιτ θρου, οι κινέζικες φάτσες έχουν πάρει να φωσφορίζουν και να ιριδίζουν από τα αλκοόλια και γω την κάνω για το κιόσκι παραδίπλα. Εδώ έχουν όντως κανονικότατη πασαρέλα, έχουνε ανεβάσει πανώ να διαφημίσουν το ακουάριουμ της πόλης, οι κόρες ποζάρουν με τις βραδινές τουαλέτες, οι ντόπιοι φοράνε απίθανα πουκάμισα κι ο σερβιτόρος φορά κιλτ.
[ ξαναδιαβάστε την τελευταία πρόταση μέχρι να αφομοιώσετε τη βαλχαλική σουρρεάλ μεγαλοσύνη του θεάματος. Κιλτ. Ναι, κιλτ. Γιατί όχι; ]




Μέχρι να βγει ο σαξοφωνίστας έχουμε κουρουμπελιαστεί κανονικότατα και με πιάνουν τα γέλια όταν ένας μεθυσμένος τυπάς με κερνά μπύρα, μου βουτάει ένα τσιγάρο και μου δίνει μια ντομάτα με ευχές για καλή ζωή και ευτυχία. Ποζάρουμε χαμογελαστοί, χειραψία, ξανακαθόμαστε. Και όλα αυτά, όλη αυτή η συμπυκνωμένη ευτυχία δεν είναι παρά το προοίμιο μέχρι να πάμε στην πελώρια σκεπαστή κατασκευή του ντόπιου ζυθοπαρασκευαστή και να αρχίσω να παραγγέλνω πλαστικούς κουβάδες γεμάτους φρέσκια τσινγκντάο και να βλέπω κόρες να ανεβαίνουν σε τραπέζια και τύπισσες να χορεύουν σε κλουβιά και λαμπάκια και ρεκλάμες να φωτίζουν ιδεογράμματα – νομίζω ότι βρίσκομαι στην Ελλάδα του 1966, ο Μάο μόλις έχει κατακτήσει τη στερεά και ξεκινά πολιτιστική επανάσταση με τη Δέσποινα Βανδή να ηγείται των Ερυθροφρουρών.




Φεύγουμε μουσκίδι και πάλι, τα σύννεφα δε λένε να κλείσουν, οι κινέζοι ταρίφες τσουλάνε με πρώτη μέχρι να ακούσουν τη μεγαλύτερη τιμή κι ύστερα σταματάνε κι ανοίγουν πόρτες – διαδρομή πλειστηριασμός με το στεγνό κώλο μας δημοπρασία. Φωνάζω τα διπλάσια απότι πρέπει, ο τύπος σταματά, γυρίζω στον ξενώνα και στο μπαρ του πίνω μπύρες με τιμές 1903, 20 σεντς το ημίλιτρο..

Κάποια στιγμή κοιμόμαστε, κάποια στιγμή ξυπνάμε, μασουλάω μισοψημμένο μπέικον και πίνω φτηνό καφέ, πιάνω τα πλακόστρωτα και ξέσκουρα εκκλησιές και ανηφόρες, μέχρι που καταλήγω στο Καφέ Ρολάν, μπροστά στην Παραλία Νούμερο 3, στα όρια του πανταγκουάν, τις γερμανικής τεχνοτροπίας βίλλες. Μαρέσει η μπύρα του Μονάχου, αράζω, ανοίγει ο καιρός, βγαίνει ο ήλιος και για άλλη μια φορά, αγκαλιάζει το βλέμμα μου θάλασσα κι ουρανοξύστες, φυσάω τον καπνό μου κάθετα και χαμογελάω.




Έξι εφτά μπύρες αργότερα πάμε για φαί, φυσικά σε γερμανικό, ανάμεσα σε σνίτσελ και λουκάνικα κατεβάζω μπίτμπουργκερ και μαύρες βαυαρέζικες, με θολωμένα μάτια κοιτάζοντας ρολόγια προκρίνω πως είναι ώρα να πάμε για λίγες τελευταίες σε ένα ηρωικό τζαζ μπαρ που μανάτζαρε ένας φίλος μου πριν από χρόνια, όπως και κάνουμε, και ρίχνουμε ντόπιες και γκίνες στα λαρύγγια μας. Δέκα λεπτά πριν φύγει το αεροπλάνο, τραμπαλιζόμενοι κάτω από σακιά στους ώμους, διασχίζουμε το τέρμιναλ – σε πόσα εκατομμύρια μέρη να κατουρήσουμε πριν ρίξει ο θεός τις απαντήσεις στις χούφτες μας;



υγ. 1. Και μετά μου λέτε, μάγκες, για ζυθοπανήγυρα σε αλβιόνες και στους γότθους..

υγ. 2. Βαγγέλαρε, ευχαριστώ για τις ταρζανιές τις σχετικές με τα σχόλια, αλλά βρήκα πρόξυ με όρχεις ημιθεϊκούς και μπορώ πλέον να διαβάσω και να καβαλήσω το μπαμπού.

2007/08/15

νύχτες αργίας



Ξεκινάμε νωρίς, χωρίς τις γυναίκες, να φάμε στο ρώσικο. Ανυσηχώ ότι καθυστερούμε απαράδεχτα, ότι δε θα προφτάσουμε να κουρουμπελιαστούμε για το δεύτερο μέρος της νύχτας, την επιδρομή μας σε ολόκληρη τη ρώσικη συνοικία, και παραγγέλνω ένα μπουκάλι βότκα. Από της φτηνές. Ίστοκ. Υπάρχουν και φθηνότερες, παρασκευασμένες σε φαρμακευτικές εγκαταστάσεις στη νότια Κίνα, αλλά μου έχουν πει επανειλημμένα ότι αυτές οι μαλακίες τυφλώνουν, ή τουλάχιστον ότι περνάνε 3 μέρες πριν συνέρθεις. Παίρνω και δεύτερο μπουκάλι ΙΣΤΟΚ και αρχίζω να εντοπίζω δισταγμό στα μάτια των φίλων μου. Φοβούνται ότι σύντομα δε θα μπορούμε να διατηρήσουμε τα προσχήματα, να μείνουμε μέσα στις γραμμές, ή τουλάχιστον να αντέξουμε μέχρι τις 5 το πρωί, που είναι το μεγαλεπίβολο πλάνο. Καγχάζω, ανάβοντας κι άλλο τσιγάρο. Ρωτάω τη σερβιτόρα αν θαρχίσει κάποια στιγμή το γαμημένο το σόου, αλλά μου λέει, απόψε δεν έχει. Σπάζομαι, ήθελα να ακούσω τον τύπο να τραγουδά την Κατγιούσα, μια απίστευτη προσωπική μου εμμονή – η γυναίκα μου με βεβαιώνει ότι συχνά, όταν είμαι πιωμένος, μουρμουράω ή σφυρίζω την Κατγιούσα στον ύπνο μου. Τρώμε, πίνουμε, καπνίζω. Αθροίζονται άδεια μπηροπότηρα και σφηνάκια στο τραπέζι, σπρώχνοντας το κοτόπουλο Κιέβου και τις γεμιστές πιπεριές, παρακάμπτοντας τασάκια και κινητά, μέχρι που αποφασίζουμε να την κάνουμε, φορτωνόμαστε σε διάφορα ταξί και γραμμή για τα ύποπτα.

Ο φωτισμός στο πρώτο είναι για τον πούτσο και οι γκόμενες για τα μπάζα. Κάποιος βλέπει τα φρύδια μου να σμίγουν και με κερνά μια μπύρα καλοκάγαθα. Χαλαρώνω, ανάβω τσιγάρο, κοιτάζω ολόγυρα. Είναι η ώρα για το πρώτο κατούρημα της βραδιάς, μια στιγμή δυνητικά περίπλοκη και επικίνδυνη σε κάθε κλαμπ κινέζικης πόλης – θα προτείνουν να μου κάνουν μασσάζ στο ουρητήριο, θα περιμένει ο τύπος πενήντα σεντς φιλοδώρημα επειδή μου σκούπισε τα χέρια με ζεστή πετσέτα; Κατουράω και γυρίζω πενήντα σεντς ελαφρότερος, αποφασισμένος να φύγω από κει μέσα πάραυτα και τους πείθω να την κάνουμε για το νησί του θησαυρού, όπου το σόου πρόκειται να αρχίσει. Κάτι δεν πάει καλά, το αισθάνεσαι βαθιά μέσα σου, μια απαράδεχτη καθυστέρηση, οι λιγοστοί θαμώνες, οι απουσία των χορευτριών και αίφνης!.. σου σκάνε το παραμύθι, κάτι η αστυνομία απέξω να μαζεύει πουτάνες επειδή κάποια αφρικάνικη εμπορική αντιπροσωπία έχει σκάσει μύτη στην πόλη, κάτι η λάθος μέρα, και όλες οι στριπτιζούδες απουσιάζουν. Το κενό του προγράμματος συμπληρώνει ένας νέγρος σε ποδήλατο που κόβει γύρες στην πίστα, στροβιλίζοντας μανουάλια αναμμένα πάνω από το κεφάλι του, κι ενώ η δυσπιστία περνά τη μπάλα στην απογοήτευση, τα μεσάνυχτα με βρίσκουν να φωνάζω, τι στον πούτσο κάνω σαυτές τις γαμημένες ερημιές στις εσχατιές του κόσμου, αναμφίβολα μισομεθυσμένος σε ποιητικό οίστρο. Πάμε στον παλιό ελέφαντα, λέει ο Καναδός, το σόου δεν μπορεί να είναι χειρότερο και ξεκινάμε, ένα βακχικό μπουλούκι στα όρια των πεζοδρομίων και της ευπρέπειας, αποφασισμένοι, αποφασισμένοι για τί πράμα; 10, έστω 5 χρόνια πριν, είσαι σίγουρος, η καταστάσαση θα εκτροχιαζόταν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, τώρα όλα τα σημάδια είναι εκεί, κάποιος χασμουριέται, κάποιος μιλάει ΓΙΑ τη γυναίκα του, για όνομα της Παναγίας, θες να πεις, οποιαδήποτε άλλη συζήτηση εκτός απαυτή, θες τουλάχιστον ένας από τους φίλους σου να ξεφύγει, να παίζει μπουνιές με τον μπάουνσερ από το Βλαδιβοστόκ, να κολλήσει στη μεθυσμένη βυζαρού που κάθεται στο δίπλα τραπέζι με τη φίλη της, σου κάνει τα γλυκά μάτια, η φίλη της την κάνει για λίγο διακριτικά, επιτρέποντας σε άλλες συνθήκες να πας να της πεις την ΑΤΑΚΑ, οποιαδήποτε ατάκα, εφόσον είναι τόσο χάλια από τα ξύδια που όπως λέω στον αυστραλοκαναδό, βρίσκεται ένα κέρασμα μακριά από το να σου κάνει τσιμπούκι στην τουαλέτα..

Ανεκπλήρωτες φαντασιώσεις, οι μπύρες και τα σφηνάκια δεν αρκούν, δε φτουράνε σαυτή την καμπή της βραδιάς, κανείς δεν μεθάει, απλά κουράζεται, κι αυτή τη στιγμή, παλέβοντας να το σώσουμε πάμε στο σίγουρο, το μπαρ με τις μογγόλες, τίγκα σε μια αρχαία γενιά εκπατρισμένων, εκεί που βλέπεις το πρώην αφεντικό σου να φορά λουστρίνια μ άσπρες κάλτσες, και να φλερτάρει μια μογγόλα που γεννήθηκε μογγόλος δίχως να το ξέρει, ή ίσως και να το ξέρει, ποιός είσαι εσύ τώρα που θα κριτικάρεις, σιγά μην πας και στην εκκλησία το πρωί. Κάποιοι πλακώνονται στα χοτ ντογκ, κι εσύ αγωνίζεσαι να καταλάβεις αν ο ρώσος που παραπονιόταν μεθυσμένος έξω από το προηγούμενο, όντως έχασε διαβατήριο και εισητήρια και δεν είχε που να πάει και τι να κάνει – μια τσακισμένη αδελφότητα από μπέκρες και σκλάβους των γραφείων.

Αρχίζει να φωτίζει, γυρίζω, προσπαθούσε όντως να εξηγήσει στον κινέζο θυρωρό εκείνος ο τύπος ότι έχασε τον φορτιστή του κινητού; Τελευταίο τσιγάρο στο ξημέρωμα, οι πρώτοι συνταξιούχοι που βγάζουν τα σκυλιά τους να χέσουν ή που το ρίχνουν στο τάι τσι και τις ασκήσεις, μια πραγματική ερημιά του μυαλού και μετά τίποτα.

2007/08/10

Ιαπωνία 2004

Έχω παρατηρήσει ότι μου είναι αδύνατο να γράψω σοβαρά (λέμε τώρα) και περιγραφικά για την Ιαπωνία. Ο πλανήτης Ιαπωνία βρίσκεται σε ένα παράλληλο σύμπαν, μέσα σε ένα διαστροφικό νεφέλωμα. Μιλάμε για έναν τόπο που έχει για πιό διάσημο πίνακα ζωγραφικής του 19ου αιώνα μια γυναίκα που βιάζεται από ένα χταπόδι. Έναν τόπο γεμάτο αυτόματα σημεία πώλησης, που ρίχνεις κέρματα και σου φτύνουν έξω χρησιμοποιημένα κυλοτάκια. Έναν τόπο, που έχει 3127 εταιρείες που πουλάνε δονητές, ψεύτικα βυζιά και φουσκωτές κούκλες. Όχι καταστήματα. Όχι αλυσίδες καταστημάτων. ΤΡΕΙΣ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΕΚΑΤΟΝ ΕΙΚΟΣΙ ΕΦΤΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ. Αυτό το νούμερο είναι επικό, κολοσσιαίο, πελώριο και μπορείς να το συλλάβεις ενορατικά σε όλη του τη μεγαλειότητα μόνο μετά από ένα μπουκάλι αψέντι και οχτώ χαρτόνια άσιντ. Συνεκδοχικά, αφήγηση του στυλ, ωραίες λίμνες και χαριτωμένοι ναοί, είναι παντελώς άκυρη κι αδόκιμη, γιαυτό βάζω μόνο μερικές φωτογραφίες από το ταξίδι μου.


εδώ κρεμάγανε τους πειρατές στο νότο



μπαρόκ ρέπλικα πειρατικού καραβιού στη λίμνη Χακόνε


χάι τεκ γκαράζ στη Γιοκοχάμα


ένα εθνικό φετίχ
στο Χαρατζούκου μερικές πιτσιρίκες φοράνε τα εσώρρουχα πάνω από τα ρούχα. Σοβαρά.


γκέισσες

σιντοϊστικός γάμος
Σάκε! ο μεγάλος μπρούτζινος βούδδας στην Καμακούρα




2007/08/02

Κουρτζ



..Kurtz had apparently intended to return himself, the station being at that time bare of goods and stores, but after coming three hundred miles, had suddenly decided to go back, which he started to do alone in a small dugout with four paddlers, leaving the half-caste to continue down the river with the ivory. The two fellows there seemed astounded at anybody attempting such a thing. They were at a loss for an adequate motive. As to me, I seemed to see Kurtz for the first time. It was a distinct glimpse: the dugout, four paddling savages, and the lone white man turning his back suddenly on the headquarters, on relief, on thoughts of home - perhaps; setting his face towards the depths of the wilderness, towards his empty and desolate station.


Ο Μάρλοου βλέπει με το νου του τον Κουρτζ να γυρίζει στο σκοτάδι, χωρίς λόγο, χωρίς κίνητρο, ένας άντρας με τερατώδεις αρετές και γιγάντια οράματα επιστρέφει στη μαύρη καρδιά της ζούγκλας, σε μια πρωτόγονη μοναξιά, στην αποκτήνωση, την αρρώστεια και τέλος το θάνατο. Το κίνητρο που ψάχνουν οι έμποροι του Κεντρικού Σταθμού, το κίνητρο που προσπαθεί να καταλάβει ο αφηγητής ενώ το ατμόπλοιο σέρνεται στα νερά και τις ομίχλες του ποταμού, το κίνητρο που συνεχίζει να του διαφεύγει ενώ ο μαύρος που πιλοτάρει σκοτώνεται, ενώ ο ρώσος αρλεκίνος στον Εσωτερικό Σταθμό υμνεί τον Κουρτζ σαν υπεράνθρωπο (έχοντας για φόντο τα παλουκωμένα κεφάλια στο φράχτη), ενώ ο ίδιος ο Κουρτζ, πάνω σε ένα φορείο, με σκελετωμένο χέρι σταματά τη σφαγή των λευκών - το κίνητρο που εξηγεί τον ιδιότυπο αναχωρητισμό του άντρα, την απόρριψη της ευρώπης, τη βίαιη απόσπαση του ελεφαντόδοντου από τις άλλες φυλές, το αίμα, την απότομη προτροπή στο τέλος του δοκιμίου του για τον εκπολιτισμό της Αφρικής - EXTERMINATE THE BRUTES!- το κίνητρο αυτό δεν ανιχνεύται πουθενά. Εκ των υστέρων, μπορείς να γράψεις για τις πλάνες της αποικιοκρατίας, τις προκαταλήψεις των ευρωπαίων, τη σύγκρουση του πολιτισμού με τη βαρβαρότητα, αλλά και πάλι δεν είσαι σίγουρος αν η σκοτεινή καρδιά ανήκει στην αφρική ή στον Κουρτζ, αν επιλέγει ή αν απλά αφήνεται, πέρα από εξορθολογισμούς, πέρα από τις επιφάσεις των πράξεών του, πέρα από τα αφελή οράματα των συγχρόνων του.



Αλλάζω δρόμο - ίσως ο κόσμος είναι λιγότερο ή περισσότερο σκοτεινός αυτές τις μέρες και ίσως τα γραπτά του Κόνραντ, αλλά και του Στάνλευ, του Λίβινγκστον, του Μπέρτον, ακόμα και του υμνητή της αποικιοκρατίας (γιαυτούς που δεν πιάνουν τον αυτοσαρκασμό) Κίπλινγκ, μοιάζουν εξωτικά και χαριτωμένα και απλουστευτικά, αλλά αυτοί που έχουνε πάει στους σκοτεινούς τόπους, στρατιώτες, έμποροι, διπλωμάτες, δημοσιογράφοι, περιηγητές καταλαβαίνουν ότι οι διαχωριστικές γραμμές λεπταίνουν, το δίκιο και το άδικο, η ηθική κι η πράξη-

είναι μια λαχτάρα που ξεπερνάει τις ιδέες που έχεις για τον εαυτό σου και τα σχήματα που έχεις οργανώσει στο κεφάλι σου για να παγιδεύεις τον κόσμο και τις όψεις του, όχι τόσο ιδέα όσο κάτι που ακούς ή μυρίζεις, κάτι που δεν εξορθολογίζεται, κάτι που δεν είναι κίνητρο για να καταλάβουν οι άλλοι, κάτι που έρχεται από μακριά και σε χτυπά σα χίλια σφυριά - όχι να φύγεις, αλλά να χαθείς, μια επιστροφή με την ουσιαστικότερη σημασία.

Δε μου βγαίνει με τίποτα - Mistah Kurtz - he dead!