2012/09/18

Πενάνγκ, Μαλαισία: το παλιό προτεστάντικο νεκροταφείο ( 1789-1892)




  Κοιτάζω τις χαραγμένες χρονολογίες σε πλάκες και σταυρούς και συλλογίζομαι πόσο πρώωρα και πόσο άδικα χάθηκαν όλοι, κάποιοι από χολέρα, οι περισσότεροι από ελονοσία.  Ο πρώτος κυβερνήτης, διάφοροι ναύτες κι έμποροι, ιερείς και γραφειοκράτες μοιράζονται το χώμα με όλες τις μαραμένες Αγγλίδες και τ’ανήλικα παιδιά τους. 12 Κινέζοι χριστιανοί κατάφεραν να  γλιτώσουν από την Εξέγερση των Μπόξερ, αλλά χάθηκαν στην Πενάνγκ από τα κουνούπια, τους βάλτους, τη ζούγκλα και την έλλειψη υγιεινής κι αποστειρωμένων εργαλείων. Μοιράζονται το ίδιο χώμα με Αρμένηδες και Γερμανούς κι αυτοί συγκατοικούν με την αφρόκρεμα της αποικίας, τους Μπράουν, τους Σκοτ και τους αδερφούς Λόγκαν.


            Πάνω από 100 τάφοι δεν έχουν αναγνωριστεί ακόμα και μόλις μερικές δεκάδες στέκονται εμβληματικά με θόλους, κολώνες κι αναθέματα. Πριν την επέκταση της Τζωρτζτάουν, το κοιμητήρι θα ήταν στα όρια της πόλης και της ζούγκλας, σύμμετρο και ταιριαστό με τα αίτια του χαμού των ταφέντων. Σήμερα βρίσκεται ανάμεσα σε ξενοδοχεία, αναστηλώσεις και παραλίες, αλλά παραμένει χώρος που σε στοιχειώνει. Σμήνη από κουνούπια, ιδρώτας, παλιές μυρωδιές από υγρασία, λειχήνες και λάσπη, δέντρα που χαμηλώνουν τα κλαδιά τους – οι εντυπώσεις μου είναι παράξενα ονειρικές. Τα χέρια μου αγγίζουν τις πλάκες και τα δέντρα και ξεσκαλώνω δύσκολα και χωρίς να το θέλω: ένα γκρουπ τουρμπάνια και γενειάδες μπαίνει και αρχίζει να διαβάζει τις πλάκες, ένα άλλο τσούρμο – μοντέλο, φωτογράφος, φωτιστής – ετοιμάζεται.


            Γυρίζω, κοιτάζω την χαμηλή, μισάνοιχτη καγκελόπορτα, και περνάω απέναντι.


2012/08/22

Τζακάρτα, Ινδονησία


Ίντιλ Φίτρι, λήξη του Ραμαζανιού, κι η πόλη φαίνεται άδεια και δίχως τη διαβόητη κίνηση στους δρόμους: από το Κεμάνγκ οδηγάμε σε μισή ώρα στην παλιά Μπατάβια. Όλα τα μαγαζιά είναι κλειστά, ακόμα και τ’ομώνυμο καφέ στην πλατεία. Λιγοστοί τουρίστες φωτογραφίζονται έξω από το παλιό κυβερνείο, κι αγοράζουνε πλαστικά νεροπίστολα και μικρούς χαρταετούς από πλανώδιους πωλητές. Διπλά πολύχρωμα ποδήλατα σε αυστηρές σειρές αστράφτουν στο μεσημεριάτικο ήλιο δίπλα από καρότσια που φτιάχνουν μπάκσο, την παραδοσιακή σούπα με κεφτέδες. Τα μουσεία είναι αμπαρωμένα κι όλα τα άλλα χτίσματα καταρρέουν από εγκατάλειψη. Οι Ινδονήσιοι δε φαίνεται να νοιάζονται για την αποικιοκρατική ιστορία τους και τους Ολλανδούς. Τα πάντα, οι παλιές εμπορικές αντιπροσωπείες, το ταχυδρομείο και τα διάφορα πολύστυλα, παραπαίουν βρώμικα, με πεσμένες στέγες, ξεφτισμένες μπογιές και βουλιαγμένα πατώματα. Μ’αρέσει αυτή η κομψή παρακμή ενός κόσμου στα όρια της εξαφάνισης: ξελουρισμένες, γεμάτες γκραφίτι, κολώνες, απολιθωμένοι φρουροί του παρελθόντος κοιτάζουν σε απόσταση, πέρα από τα λύμματα και τ’αλουμίνια και τις παράγκες δίπλα στο ποτάμι, την καινούρια καρδιά της πόλης, τη γεμάτη ουρανοξύστες και μέλλον.


            Βγαίνω στο λιμάνι να φωτογραφίσω τις παλιές βάρκες που κουβαλάνε εμπορεύματα σε εκατό νησιά. Τρεις τύποι ψαρέβουν. Ένας σκύλος τριγυρνάει και με μυρίζει. Ο δρόμος μοιάζει κατάλευκος, και καθρεφτίζει έναν ακίνητο και καυτό ουρανό. Δακρύζουν τα μάτια μου, καθώς παλέβω να δω πέρα από τους μακρινούς φάρους τον ορίζοντα, όπως τον έχουνε δει χιλιάδες, εκατομμύρια άντρες, αμέτρητες γενιές γιαβανέζων ναυτικών.


            Ώρες αργότερα, βρίσκω ανοιχτό εστιατόριο μόνο σε ξενοδοχείο στο Αχτσόλ, τρώω πάπια, και στην επιστροφή συλλογίζομαι όλα τα κλειστά μπαρ του νότου: αλλά έχω αρρωστήσει, το στομάχι μου έχει γυρίσει και ανάμεσα σε κούραση, ιδρώτα κι εμετούς, ξαπλώνω άυπνος μέχρι το πρωινό της επιστροφής.

2012/07/09

Κουτσίνγκ, Σαραγουάκ, Βόρνεο


Τα πολύχρωμα σαμπάν περνάνε τον κόσμο απέναντι, διασχίζοντας τον νωχελικό Σαραγουάκ: από τα καινούρια ξενοδοχεία, το παζάρι της Τσάϊνατάουν και τα ντοκς του Μπρουκ, στην Αστάνα, το Νομοθετικό Συμβούλιο και το Φρούριο της Μαργαρίτας. Αρχαία ζωή, βαρκάρηδες που ακόμα τραβάνε κουπί αν και έχουνε μηχανές, σκεβρωμένες γριές όλο φλέβες και μαντίλια, καθισμένες δίπλα σε τουρίστες με κάμερες λουρισμένες στο λαιμό τους. Ο ήλιος, αν και δεν έχει ψηλώσει ακόμα, καίει σβέρκους και μουσκέβει ρούχα. Τα νερά του ποταμού βρωμάνε από ανθρώπους, λύμματα και πετρέλαιο, αλλά αν σηκώσεις τα μάτια, πίσω από την υγρασία και τους πράσινους θόλους κάποιου καινούριου τζαμιού, διακρίνεις τα βουνά και τη ζούγκλα.


Το Κουτσίνγκ βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο του Βόρνεο και είναι το διοικητικό κέντρο του Σαραγουάκ, κομητείας της ανατολικής Μαλαισίας. Στα βορειοανατολικά του νησιού βρίσκεται η διοικητική περιφέρεια του Σαμπά, επίσης μαλαισιανή, κι ανάμεσα σφηνωμένο είναι το Σουλτανάτο του Μπρουνάι. Τα υπόλοιπα δυο τρίτα του νησιού, κέντρο και νότος, ανήκουνε στους Ινδονήσιους, που αποκαλούνε το δικό τους Βόρνεο, Καλιμαντάν. Γύρω στο 1840, ο Τζέιμς Μπρουκ, της εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών, έλαβε από το Σουλτάνο στο Μπρουνάι – που στον καιρό της μέγιστης επέκτασης του Σουλτανάτου έφτανε τη δικαιοδοσία του μέχρι τα νότια νησιά των Φιλιππίνων – άδεια κι εντολή να ειρηνέψει από εξεγέρσεις και πειρατές το Σαραγουάκ. Κι αυτή ήτανε η αρχή της δυναστείας των Μπρουκ, των Λευκών Ηγεμόνων: τον άτεκνο Rajah Τζέημς διαδέχτηκε ο ανηψιός του Τσαρλς, ο οποίος έχτισε την Αστάνα και το Φρούριο, που πήρε το όνομα της γυναίκας του, κι αυτόν διαδέχτηκε ο γιός του, Τσαρλς Βάινερ, τελευταίος λευκός βασιλιάς της Ανατολικής Ασίας, που έδωσε την επαρχία στη Βρετανική Αυτοκρατορία το 1946.
            Καθώς περπατά κανείς παράλληλα με το ποτάμι, με τα σουρρεαλιστικά τόξα του Συμβουλίου να δεσπόζουν στην αντίπερα όχθη, φτάνει στην κατάλευκη φυλακή που είναι χτισμένη στην προβλήτα. Η αμπαρωμένη πύλη και τα παράθυρα, φέρουν το  οικόσημο των Μπρουκ, τα χρώματα του οποίου υιοθέτησε ως πολιτειακή σημαία το Σαραγουάκ. Ο ασβός βρίσκεται πάνω στην ασπίδα-έμβλημα των λευκών βασιλιάδων, αλλά απουσιάζει, για λόγους ευνόητους, το motto των Μπρουκ, dum spiro spero.


Την εποχή που έχτισε την Αστάνα, το Οχυρό και τη Φυλακή, ο Τσαρλς Μπρουκ αποφάσισε να καταστήσει την πόλη κομβικό εμπορικό κέντρο με ισχυρή μέση τάξη και γιαυτό προσκάλεσε χιλιάδες κινέζους των νοτίων επαρχιών να εγκατασταθούν. Οι κινέζοι μετανάστες γρήγορα έστησαν επιχειρήσεις, παζάρια, ναούς και σχολεία, προσθέτοντας άλλη μια πόλη, άλλο ένα νησί, στην εποποιία της κινέζικης διασποράς.


Μπαίνω στο μουσείο, απέναντι από το νεοκλασσικό χτίσμα του παλιού ταχυδρομείου. Αφού χορταίνω φορεσιές, χαλιά και καπέλα, ανηφορίζω παράλληλα με την Αγγλικάνικη Ιεραποστολή, μέχρι που φτάνω στο στοιχειωμένα εμβληματικό Μερντέκα Πάλας Χοτέλ. Το ξενοδοχείο στεγάζει τη Βικτώρια Άρμς, ίσως την καλύτερη παμπ σε ολόκληρο το Βόρνεο, αλλά δεν έχω χρόνο παρά για ένα ποτήρι. Δίπλα, το εθνολογικό μουσείο πάνω στο λόφο, είναι το παλιότερο της νοτιανατολικής Ασίας, κι ο Γάλλος αρχιτέκτονας που τόφτιαξε, θέλησε να μοιάζει με το δημαρχείο της πόλης του στη Νορμανδία. Η μνήμη μου συγκρατεί βαλσαμωμένα αγριογούρουνα και σκελετούς φάλαινας, τοτέμ και κρανία, σπαθιά και ρολόγια που βρέθηκαν σε στομάχια κροκοδείλων. Ύστερα, τα μουσεία αποχτούν τη θολούρα της ταχύτητας, απολιθώματα, πουλιά, γλυπτά από τσίγκινα κουτιά κι αραβουργήματα σε βαριές ξύλινες πύλες.



Οι μέρες γλυστράνε ιδρωμένες, η μια πάνω στην πλάτη της άλλης, και οι ώρες στάζουνε πηχτές. Περπατάω στον περίβολο του Φρουρίου της Μαργαρίτας και βλέπω: χωρίς σημαία το κοντάρι στο κέντρο, βουλωμένα κι άχρηστα τα κανόνια που κοιτάζουν το ποτάμι, σπασμένα τα κυάλια στο παρατηρητήριο, αμπαρωμένος ο πυργίσκος δίπλα στην πύλη. Κατάλευκο τείχος που κουράζει τα μάτια και ξαφνικά, μέσα σένα κυλινδρικό δωμάτιο στις επάλξεις, δυο κρανία κρέμονται. Ο ανώνυμος φύλακας που δεν είδα πουθενά, έβαψε μια λευκή νεκροκεφαλή στην κατάμαυρη πόρτα, ως προειδοποίηση. Χαμογελάω. Τόσα κρανία στο Σαραγουάκ, κρανία σε μουσεία και σε κάστρα, κρανία στις παραδοσιακές κατοικίες των Ιμπάν, κρανία σε στάμπες σε τουριστικά μπλουζάκια. Ασυναίστητα, φέρνω το χέρι μου στο δικό μου κρανίο και χαϊδεύω το ιδρωμένο κεφάλι μου. Κατηφορίζω προς το ποτάμι και το μεγάλο σταυρό που σημαδεύει το μνημείο για τις γυναίκες των Μπρουκ. Για λίγο μένω ακίνητος: ησυχία, σταυρός, ήλιος, οχυρό, κρανία.



Η Αστάνα δεν είναι προσβάσιμη, όπως όλα τα μαλαισιανά κυβερνητικά χτίρια και καθώς ο ήλιος φτάνει στο ζενίθ, περπατάω μέχρι τον Κήπο με τις Ορχιδέες για δροσιά. Καμία δροσιά, βαριά υγρασία και μισή ώρα αργότερα παίρνω ταξί για το κυβερνείο του βορείου τμήματος της πόλης. Εκεί στεγάζεται το μουσείο των γατών, ένας παράξενος φόρος τιμής στις γάτες, στην ιστορία, τη μυθολογία και τη θέση τους στη σύγχρονη κουλτούρα. Το Κουτσίνγκ αγαπά τις γάτες του περισσότερο κι από την Ούλθαρ, κι η πόλη είναι γεμάτη αγάλματα γατιών.
            Τουριστικό χρέος: το κρουαζιερόπλοιο κατηφορίζει το ποτάμι και βλέπει κανείς βίλλες χτισμένες για Μαλαισιανούς υπουργούς, σκελετούς καινούριων ξενοδοχείων που σηκώνονται, γέφυρες, σαπισμένες προβλήτες και ημικατεστραμμένα ντοκς, μπλεγμένα αλφάβητα παρακμής και προόδου. Ο νέγρος σερβίρει μικρά κέικ και πορτοκαλάδες και ένα χορευτικό γκρουπ δείχνει παραδοσιακούς χορούς.


Από τους Ντάγιακς του Βόρνεο – Πενάν, Ουλού, Μελανάου – περισσότερο φλογίζουν τη φαντασία μου οι κεφαλοκυνηγοί Ιμπάν: ξεκινά η ζωή σου στις μακρές κατοικίες, δίπλα στα ποτάμια και στ’ανοίγματα του βροχοδάσους. Κοιμάσαι στην κοινή σάλα, κάτω από τα μαυρισμένα κρανία των εχθρών, που κρέμονται από τα δοκάρια της οροφής, κρατημένα από λουρίδες ρατάν και μπαμπού. Από τις παλάμες μέχρι το λαρύγγι είσαι γεμάτος παραδοσιακά στίγματα κι οι λοβοί των αυτιών σου έχουν μακρύνει απτα βαρίδια και φτάνουν τους ώμους σου. Έρχεται η ώρα του γάμου σου και για προίκα, θα πρέπει να φέρεις κεφάλια στη σάλα, να τα κρεμάσεις και συ με τη σειρά σου στα δοκάρια της οροφής, πάνω από κει που κοιμούνται οι νεαρότεροι πολεμιστές. Ιεραπόστολοι, λευκοί βασιλιάδες, κυβερνήσεις περνούν, τα χρόνια περνούν, τα πάντα αλλάζουν, αλλά οι εχθροί πάνε κι έρχονται: φυλές επήλυδων από το Καλιμαντάν, κομμουνιστές αντάρτες, Μαντουρέζοι έποικοι από την Ιάβα...


Περιφέρομαι λουσμένος στον ιδρώτα στο τουριστικό χωριό, μία ώρα έξω από το Κουτσίνγκ. Όλος ο οικισμός είναι σα ζωντανό μουσείο με ηθοποιούς σε ρόλο παραδοσιακών πολεμιστών. Η παράσταση έχει και χορούς σε κλιματιζόμενη αίθουσα. Αναπαράσταση παραδοσιακής ζωής, με πληροφορεί το εισητήριο. Σε τι γαμημένα χρόνια ζω, σκέφτομαι, και μπαίνω να στεγνώσω.



2012/06/04

Kουάλα Λουμπούρ, Μαλαισία


Φτάνω στο σταθμό των υπεραστικών λεωφορείων στις 3 ταπόγεμα. Για λίγο, στέκομαι αναποφάσιστος ανάμεσα σε κυλιόμενες σκάλες, πλατφόρμες κι επιγραφές, κι ύστερα, όπως πάντα, βάζω αυτόματο πιλότο: διαπραγματεύομαι ουρές και γκισέδες, βγάζω εισητήριο, βρίσκω τη σωστή πλατφόρμα περνώντας στο σιδηροδρομικό σταθμό από δίπλα, μια γυναίκα μου φωνάζει όταν μπαίνω σε βαγόνι γυναικών, θυμάμαι που βρίσκομαι, βγαίνω και μπαίνω σε μικτό βαγόνι, ξεκινάμε. Τέσσερεις στάσεις μέχρι το σέντραλ, κατεβαίνω, βρίσκω χάρτη, ξαναμπαίνω σε μετρό και πάω στους Πύργους. Ρίχνω το κεφάλι πίσω στο σβέρκο για να δω την κορυφή τους και τα μάτια μου δακρύζουν στον ήλιο. Κι ύστερα αρχίζουν οι χαρές κι οι φόβοι του μοναχικού ταξιδιού,  μερικά μηχανήματα δε δέχονται τις κάρτες μου, η μπαταρία της κάμερας αδειάζει και δεν έχω φέρει φορτιστή, πεινάω αλλά δεν μπορώ ναποφασίσω τι να φάω, είμαι δούλος χιλίων δυνατοτήτων κι επιλογών.

             
 Περπατάω προς το Μπουκίτ Μπιντάνγκ και τη μικρή Αραβία. Ατέλειωτα μασσατζίδια και φτηνά ξενοδοχεία, διαλέγω ένα στην τύχη, το χοτέλ αγκόρα και ζητώ δωμάτιο. Ο τύπος με ρωτά αν χρειάζομαι παρέα, μπορεί να το κανονίσει. Δε χρειάζομαι, πληρώνω προκαταβολικά κι ανεβαίνω ναφήσω το σάκο: από το διπλανό δωμάτιο ακούγονται ήδη βογγητά από πουτάνα και πελάτη. Ανοίγω το παράθυρο, κλιματιστικά, ακάλυπτος και γόπες στην ψευδοροφή. Είμαι οικείος μόλα αυτά από χιλιάδες μέρη. Βγαίνω για μπύρες και φαγητό.
            Η Κουάλα Λουμπούρ είναι ένα παράξενο υβρίδιο μέσης κι άπω ανατολής, Ισλάμ και νοτιοανατολικής Ασίας, αστυνόμευσης και κρεπάλης, μια μεγαλούπολη που γεμίζει τζαμιά και πορνεία, ένα λούνα παρκ με πουτάνες κι ένα παλάτι με σκιές που φοράνε χιτζάμπ. O φύλακας έξω από το κοσμηματοπωλείο, κάθεται χυμμένος σε μια άβολη καρέκλα, βαστώντας την καραμπίνα στα γόνατα. Απέξω, τα τραπεζάκια δίπλα στην καντίνα είναι γεμάτα αφρικάνους που μιλάνε ασταμάτητα. Τρώω ένα κεμπάπ και περνάω απέναντι για μπύρες. Αρχίζω να πίνω με σκοπό και ρυθμό, όταν ένα σχεδόν τρακάρισμα φέρνει στο κάδρο της όρασής μου όλους τους παράξενους διαβάτες: την πουτάνα που σηκώνεται από το σκαμνί της έξω από την είσοδο του φτηνού ξενοδοχείου, τον κινέζο οδηγό που διαμαρτύρεται για τη χαραγμένη πόρτα του, τον ζητιάνο δίχως πόδια που δείχνει νάχει άποψη τι συνέβη από το καφάσι με ρόδες που τον κινεί, το ζευγάρι αράβων που κοντοσκέκεται στο πεζοδρόμιο, αυτός με φόρμα αντίντας και γενειάδα, αυτή με κατάμαυρη κελεμπία και μπούρκα – παίρνω νοερή φωτογραφία, γυρίζω χαμογελώντας στο ζευγάρι γάλλων που τρώνε στο διπλανό τραπέζι και δεν πέρνουν πρέφα τι εννοώ και ύστερα σκάω χαμόγελο στην πουτάνα. Μου χαμογελάει για δυο μπύρες ακόμα μέχρι που την μαζεύει ένας χοντρός ασπρομάλλης και χάνεται στο δρομάκι.

           
 Βρέχει από νωρίς την άλλη μέρα – κοιμήθηκα άσχημα, ξύπνησα αχάραγα, με το ζόρι κατέβασα καφέ – αλλά περπατάω μέχρι το Μουσείο Τηλεπικοινωνιών, και βλέποντας καλώδια, τρανζίστορ, τηλέφωνα και πύργους ελέγχου, περιμένω να ξανοίξει. Συνεχίζει να βρέχει όταν βγαίνω και περπατάω μέχρι την Πλατεία Ανεξαρτησίας, διασχίζοντας δρόμους γεμάτους Ινδούς και Νεπαλέζους, η φασαρία από χίλια μεγάφωνα που ξερνάνε σάουντρακς του μπόλλυγουντ είναι απίστευτη, κι ύστερα, φτάνω στην καρδιά της πόλης: το Ματζίτ Τζαμέκ απλώνεται στη νότια πλευρά της πλατείας με πύργους, αραβουργήματα, γαλλαρίες και τρούλους αιγυπτιακούς,αλλά είναι κλειστό στο κοινό, ένεκα που στεγάζει το υπουργείο βιομηχανίας ή εργασίας ή επικοινωνιών ή κάτι τέτοιο. Το ίδιο συμβαίνει και με διάφορα βικτωριανά, γεωργιανά και νεοκλασσικά χτίσματα, που στεγάζουν δικαστήρια και δημόσιες υπηρεσίες. Βλαστημάω και περνάω απέναντι στα σιντριβάνια, βλέπω τον Καθεδρικό Ναό της Αγίας Άννας και μπαίνω να καθίσω. Καθαρίζουν τις μπρούτζινες πλάκες στους τοίχους και μια γυναίκα προσεύχεται. Βγαίνω γρήγορα, θαυμάζω για λίγο τις ξύλινες πλάκες του Σελάνγκορ Κλαμπ και μπανίζοντας για λίγο το τεράστιο κοντάρι και τη σημαία, μπαίνω στη γκαλερί του δήμου και περιφέρομαι αδιάφορα Αμέσως, με πιάνει η αίστηση ότι χάνω το χρόνο μου και ψυχαναγκαστικά βαδίζω και πάλι στο ψιλόβροχο, μέχρι τα κεντρικά των Μαλαισιανών Σιδηροδρόμων – Το ΚΤΜ είναι από τα πιο παράξενα χτίρια που έχω δει στη ζωή μου, μίξη αγγλικής, αράβικης, μουγκάλ αρχιτεκτονικής.
            Κι ύστερα, λίγη ώρα στο Εθνικό Τζαμί με τη μινιμαλιστική πρόσωψη, το Πλανητάριο για να παγώσει ο ιδρώτας πάνω μου, και τέλος το Εθνικό Μουσείο. Και στο τέλος, όπως πάντα, σταθμοί τρένων και λεωφορείων, άβολα καθίσματα, ο χτικιάρης ινδονήσιος που πέφτει κοιμισμένος στον ώμο μου, στάση για καφέ και κατούρημα, σύνορα, έλεγχοι, ακόμα περισσότερα λεωφορεία, κούραση και ατέλειωτες λεπτομέρειες σα φλούδες σε πλαστική σακούλα, σαν τσαλακωμένα εισητήρια στην κωλότσεπη, σα ραγισμένες ράχες βιβλίων. Και λίγο πριν μπει το κλειδί στην εξώπορτα – πότε ξαναφεύγω;